Στο μπέιζμπολ, το at bat (AB) ή ο χρόνος at bat χρησιμοποιείται για ορισμένα στατιστικά στοιχεία. Αυτά τα στατιστικά στοιχεία περιλαμβάνουν τον μέσο όρο κτυπήματος, το ποσοστό επί της βάσης και το ποσοστό slugging. Είναι ένας πιο στενός ορισμός της εμφάνισης στο πιάτο. Ένας παίκτης ξεκινάει με ένα at bat κάθε φορά που αντιμετωπίζει έναν πίτσερ- ωστόσο, ο παίκτης δεν έχει "χρόνο at bat" στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- Παίρνει βάση στις μπάλες (BB).
- Τον χτυπάει μια βολή (HBP).
- Χτυπάει ένα sacrifice fly ή ένα sacrifice hit (γνωστό και ως sacrifice bunt).
- Του απονέμεται η πρώτη βάση λόγω παρεμβολής ή παρεμπόδισης, συνήθως από τον catcher.
- Το inning τελειώνει ενώ αυτός είναι ακόμα στο ρόπαλο (για παράδειγμα, λόγω του τρίτου out που έγινε από έναν δρομέα που πιάστηκε να κλέβει). Σε αυτή την περίπτωση, ο παίκτης θα ξαναρχίσει να χτυπάει στο επόμενο inning, αν και τώρα δεν έχει μπάλες ή strikes πάνω του.
- Αντικαθίσταται από άλλον παίκτη πριν ολοκληρωθεί το χτύπημά του (εκτός αν αντικατασταθεί με δύο στράικ και ο αντικαταστάτης του κάνει στράικ άουτ).
Το τμήμα 10.02.α.1 των επίσημων κανόνων της Major League Baseball ορίζει το at bat ως: "Ο αριθμός των φορών που χτυπήθηκαν, εκτός από το ότι δεν χρεώνεται χρόνος στο ρόπαλο όταν ένας παίκτης: (1) πετυχαίνει ένα sacrifice bunt ή sacrifice fly, (2) κερδίζει την πρώτη βάση με τέσσερις καλούμενες μπάλες, (3) χτυπιέται από μια πεταμένη μπάλα ή (4) κερδίζει την πρώτη βάση λόγω παρεμβολής ή παρεμπόδισης...".