Το δικαίωμα σε ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Αποτελεί μέρος της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έγινε αποδεκτή από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948.

Καθένας έχει δικαίωμα σε ένα βιοτικό επίπεδο επαρκές για την υγεία και την ευημερία του ιδίου και της οικογένειάς του, συμπεριλαμβανομένης της τροφής, της ένδυσης, της στέγασης, της ιατρικής περίθαλψης και των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς και δικαίωμα σε ασφάλεια σε περίπτωση ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας, χηρείας, γήρατος ή άλλης έλλειψης μέσων διαβίωσης σε περιστάσεις που δεν είναι δυνατόν να ελέγξει.

- Άρθρο 25.1 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Επιπλέον, έχει καταγραφεί στο άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, το οποίο αποτελεί επίσης μια συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο προκάτοχος αυτού του δικαιώματος, η Ελευθερία από τη Φτώχεια, είναι μία από τις Τέσσερις Ελευθερίες που ανέφερε ο Αμερικανός Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης στις 6 Ιανουαρίου 1941. Σύμφωνα με τον Ρούσβελτ πρόκειται για ένα δικαίωμα που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος παντού στον κόσμο. Στην ομιλία του ο Ρούσβελτ περιέγραψε το τρίτο δικαίωμα ως εξής:

Η τρίτη είναι η ελευθερία από την ανέχεια, η οποία, μεταφρασμένη σε παγκόσμιους όρους, σημαίνει οικονομικές αντιλήψεις που θα εξασφαλίσουν σε κάθε έθνος μια υγιή ζωή σε καιρό ειρήνης για τους κατοίκους του, παντού στον κόσμο.

- Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ, 6 Ιανουαρίου 1941.