Οι προεδρικές εκλογές του 2000 στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μια αναμέτρηση μεταξύ του υποψήφιου των Δημοκρατικών Αλ Γκορ, τότε αντιπροέδρου, και του υποψήφιου των Ρεπουμπλικανών Τζορτζ Μπους, τότε κυβερνήτη του Τέξας και γιου του πρώην προέδρου Τζορτζ Μπους.

Ο νυν πρόεδρος των Δημοκρατικών Μπιλ Κλίντον δεν είχε δικαίωμα να υπηρετήσει μια τρίτη θητεία και ο αντιπρόεδρος Γκορ κατάφερε να εξασφαλίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών. Ο Μπους θεωρήθηκε από νωρίς φαβορί για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και παρά την αμφίρροπη μάχη των προκριματικών με τον γερουσιαστή Τζον Μακέιν και άλλους υποψηφίους, εξασφάλισε το χρίσμα μέχρι τη Σούπερ Τρίτη. Πολλοί υποψήφιοι του τρίτου κόμματος έθεσαν επίσης υποψηφιότητα, με σημαντικότερο τον Ραλφ Νάντερ. Ο Μπους επέλεξε τον πρώην υπουργό Άμυνας Ντικ Τσέινι ως υποψήφιο σύντροφό του και ο Γκορ τον γερουσιαστή Τζο Λίμπερμαν. Και οι δύο υποψήφιοι επικεντρώθηκαν κυρίως σε εσωτερικά θέματα, όπως ο προϋπολογισμός, η φορολογική ελάφρυνση και οι μεταρρυθμίσεις για τα ομοσπονδιακά προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης, αν και η εξωτερική πολιτική δεν αγνοήθηκε. Ο Κλίντον και ο Γκορ δεν έκαναν συχνά κοινή προεκλογική εκστρατεία, μια συνειδητή απόφαση που προέκυψε από το σκάνδαλο Λεβίνσκι δύο χρόνια πριν.

Ο Μπους κέρδισε οριακά τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου, με 271 εκλέκτορες έναντι 266 του Γκορ. Υπήρξε διαφωνία σχετικά με το ποιος κέρδισε τις 25 εκλεκτορικές ψήφους της Φλόριντα, την επανακαταμέτρηση που έγινε εκεί και το ασυνήθιστο γεγονός ότι ο νικητής πήρε λιγότερες λαϊκές ψήφους από τον ηττημένο. Η αμφιλεγόμενη απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Μπους κατά Γκορ που ανακοινώθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2000 έθεσε τέλος στις επανακαταμετρήσεις, κατακυρώνοντας ουσιαστικά τις ψήφους της Φλόριντα στον Μπους και χαρίζοντάς του τη νίκη.