Στην Αρχαία Ελλάδα, ο μέτοικος (ελληνικά: μέτοικος) ήταν ένας ξένος που ζούσε σε μια ελληνική πόλη-κράτος (πόλις). Ο μέτοικος δεν είχε τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με έναν πολίτη που είχε γεννηθεί στην πολιτεία στην οποία ζούσε.

Ο όρος "μετρική" χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην αρχαία Αθήνα τον 4ο και 5ο αιώνα π.Χ. Ένας αξιοσημείωτος μετικός ήταν ο Αριστοτέλης, ο οποίος γεννήθηκε στα Στάγειρα αλλά έζησε στην Αθήνα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ανεξάρτητα από το πόσες γενιές της οικογένειας είχαν ζήσει στην πόλη, οι μετικοί δεν γίνονταν πολίτες, εκτός αν η πόλη επέλεγε να τους χαρίσει την ιδιότητα του πολίτη. Αυτό γινόταν σπάνια. Η ιδιότητα του πολίτη στην Αθήνα έδινε δικαίωμα σε πολλές κρατικές πληρωμές, όπως η αμοιβή των ενόρκων και των συνέδρων, η οποία μπορούσε να είναι σημαντική για τους εργαζόμενους. Σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης η πόλη μπορούσε να διανέμει μερίδες φαγητού στους πολίτες. Κανένα από αυτά τα δικαιώματα δεν ήταν διαθέσιμο στους μέτοικους. Δεν τους επιτρεπόταν να κατέχουν ακίνητη περιουσία στην Αττική, είτε αγρόκτημα είτε σπίτι, εκτός αν τους είχε χορηγηθεί ειδική εξαίρεση.

Οι Μετικοί μοιράζονταν τα βάρη της ιδιότητας του πολίτη χωρίς κανένα από τα προνόμιά της. Όπως και οι πολίτες, έπρεπε να εκπληρώνουν στρατιωτική θητεία και, αν ήταν αρκετά πλούσιοι, υπόκειντο σε ειδικές φορολογικές εισφορές. Η ιθαγένεια χορηγούνταν πολύ σπάνια στους μέτοικους. Πιο συνηθισμένο ήταν το ειδικό καθεστώς των "ίσων δικαιωμάτων" (isoteleia) βάσει του οποίου απαλλάσσονταν από τις συνήθεις υποχρεώσεις.

Το σύστημα έληξε στην ελληνιστική Αθήνα, όταν η αγορά της ιθαγένειας έγινε πολύ συχνή. Η απογραφή του 317 π.Χ. έδωσε 21.000 πολίτες, 10.000 μέτοικους και 400.000 δούλους στην Αττική.

Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, οι ελεύθεροι άνθρωποι (μη πολίτες) που ζούσαν στην επικράτεια μιας πόλις ονομάζονταν "πάροικοι" (βλ. ετυμολογία της ενορίας), στη Μικρά Ασία "κατόικοι".