Η λέξη ερασιτέχνης χρησιμοποιείται συνήθως για να δηλώσει: κάποιον που κάνει κάτι (π.χ. μια δουλειά) χωρίς να πληρώνεται γι' αυτό ή χωρίς να έχει λάβει εκπαίδευση ή κατάρτιση γι' αυτό.
Το αντίθετο του ερασιτέχνη είναι ο επαγγελματίας. Επαγγελματίας είναι κάποιος που έχει λάβει επίσημη εκπαίδευση για κάτι. Αυτός (ή αυτή) θα περιμένει να πληρωθεί μια επαγγελματική αμοιβή για τη δουλειά.
Η λέξη "ερασιτέχνης" προέρχεται από μια γαλλική λέξη που σημαίνει: "εραστής του". Ερασιτέχνης είναι κάποιος που κάνει κάτι (π.χ. παίζει πιάνο, ποδόσφαιρο) επειδή του αρέσει να το κάνει. Δεν το κάνει για να πληρωθεί. Δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο κερδίζουν χρήματα για να ζήσουν.
Οι άνθρωποι συχνά ξεχνούν την πραγματική έννοια της λέξης "ερασιτέχνης". Συχνά χρησιμοποιείται λανθασμένα για να σημαίνει: κάποιος που δεν είναι καλός σε κάτι. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να περιγραφεί ότι έχει κάνει μια πολύ "επαγγελματική" δουλειά, δηλαδή την έχει κάνει καλά.
Αν και θα περίμενε κανείς ότι ένας επαγγελματίας θα ήταν καλύτερος από έναν ερασιτέχνη, αυτό δεν ισχύει πάντα. Κάποιος μπορεί να είναι ένας πολύ καλός ερασιτέχνης πιανίστας, ενδεχομένως καλύτερος από κάποιους επαγγελματίες.
Σε ορισμένες θέσεις εργασίας θα ήταν αδύνατο να επιτραπεί σε ερασιτέχνες να εργαστούν. Δεν μπορούν να υπάρχουν ερασιτέχνες γιατροί ή δικηγόροι. Σε ορισμένους τομείς, ωστόσο, οι ερασιτέχνες είναι πολύ χρήσιμοι, π.χ. στον προγραμματισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών ή στην αστρονομία ή στην παρατήρηση πουλιών. Για παράδειγμα, η Wikipedia γράφεται από ερασιτέχνες.