Ο φθορισμός είναι το φως που εκπέμπεται από ορισμένες ουσίες όταν αυτές απορροφούν φως ή άλλη ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Πρώτα η ουσία απορροφά την ενέργεια και στη συνέχεια εκπέμπει φως. Όταν απομακρυνθεί η πηγή φωτός, ο φθορισμός σταματά να εμφανίζεται. Πρόκειται για μια μορφή φωταύγειας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, το φως που εκπέμπεται έχει μεγαλύτερο μήκος κύματος και χαμηλότερη ενέργεια από το απορροφημένο φως.
Ένας από τους πιο εκπληκτικούς τύπους φθορισμού είναι όταν μια ουσία απορροφά υπεριώδες φως που δεν είναι ορατό από το ανθρώπινο μάτι, αλλά εκπέμπει ορατό φως.
Ο φθορισμός χρησιμοποιείται σε πολλούς τομείς, όπως η ορυκτολογία, η πετρολογία, οι χημικοί αισθητήρες (φασματοσκοπία φθορισμού), οι βαφές, οι βιολογικοί ανιχνευτές και τα φθορίζοντα φώτα.
Ο φθορισμός στις βιοεπιστήμες είναι ένας τρόπος παρακολούθησης βιολογικών μορίων. Μια πρωτεΐνη ή άλλο συστατικό μπορεί να έχει προσαρτημένη μια φθορίζουσα χρωστική, η οποία επιτρέπει στον επιστήμονα να εντοπίσει οπτικά τη συγκεκριμένη πρωτεΐνη με ένα μικροσκόπιο.

