Το προσήλυτος, από το ελληνικό προσήλυτος/proselytos, χρησιμοποιείται στις Εβδομήκοντα για τον "ξένο", δηλαδή τον νεοφερμένο στο Ισραήλ, τον διαμένοντα στη γη, και στην Καινή Διαθήκη (Strong's G4339) για τον προσηλυτισμένο στον Ιουδαϊσμό από τον παγανισμό. Πρόκειται για μετάφραση της εβραϊκής λέξης גר/ger (Strong's H1616).