Η θεωρία των χρωμάτων (πρωτότυπος γερμανικός τίτλος Zur Farbenlehre) είναι ένα βιβλίο του Johann Wolfgang von Goethe που εκδόθηκε το 1810. Περιέχει μερικές από τις πρώτες και ακριβέστερες περιγραφές φαινομένων όπως οι έγχρωμες σκιές, η διάθλαση και η χρωματική εκτροπή.

Η επιρροή της επεκτείνεται κυρίως στον κόσμο της τέχνης, ιδίως μεταξύ των προραφαηλιτών. Ο Τέρνερ το μελέτησε διεξοδικά και αναφέρθηκε σε αυτό στους τίτλους αρκετών πινάκων. Ο Wassily Kandinsky θεωρούσε τη θεωρία του Γκαίτε "ένα από τα σημαντικότερα έργα".

Αν και το έργο του Γκαίτε δεν έτυχε ποτέ καλής υποδοχής από τους φυσικούς, είναι γνωστό ότι αρκετοί φιλόσοφοι και φυσικοί ασχολήθηκαν με αυτό, όπως ο Άρθουρ Σοπενχάουερ, ο Κουρτ Γκέντελ, ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν και ο Χέρμαν φον Χέλμχολτς. Ο Μίτσελ Φάιγκενμπαουμ μάλιστα πείστηκε ότι "ο Γκαίτε είχε δίκιο για το χρώμα!".

Στο βιβλίο του, ο Γκαίτε δείχνει πώς γίνεται αντιληπτό το χρώμα σε διάφορες περιστάσεις και θεωρεί ότι οι παρατηρήσεις του Ισαάκ Νεύτωνα αποτελούν ειδικές περιπτώσεις. Το ενδιαφέρον του Γκαίτε δεν αφορούσε τόσο τη μέτρηση του χρωματικού φαινομένου, όσο τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτές οι ιδιότητες του χρώματος. Η επιστήμη κατάφερε να κατανοήσει τη διάκριση μεταξύ του οπτικού φάσματος, όπως το παρατήρησε ο Νεύτωνας, και του φαινομένου της ανθρώπινης αντίληψης των χρωμάτων, όπως το παρουσίασε ο Γκαίτε.