Ο Odilon Redon (22 Απριλίου 1840 - 6 Ιουλίου 1916) ήταν συμβολιστής ζωγράφος και χαράκτης, γεννημένος στο Μπορντό της Ακουιτανίας στη Γαλλία.

Ο Ρεντόν άρχισε να ζωγραφίζει από μικρό παιδί και στην ηλικία των 10 ετών πήρε βραβείο ζωγραφικής στο σχολείο. Σε ηλικία 15 ετών άρχισε επίσημα να σπουδάζει σχέδιο, αλλά αργότερα στράφηκε στην αρχιτεκτονική επειδή του το είπε ο πατέρας του. Η αποτυχία του να περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις στην École des Beaux-Arts του Παρισιού τερμάτισε κάθε σχέδιο για καριέρα αρχιτέκτονα, αν και αργότερα θα φοιτούσε εκεί υπό τον Jean-Léon Gerôme.

Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, το Μπορντό, ασχολήθηκε με τη γλυπτική και ο Rodolphe Bresdin τον εκπαίδευσε στη χαρακτική και τη λιθογραφία. Ωστόσο, η καλλιτεχνική του σταδιοδρομία διακόπηκε το 1870, όταν κατατάχθηκε στο στρατό για να υπηρετήσει στον γαλλοπρωσικό πόλεμο.

Στο τέλος του πολέμου, μετακόμισε στο Παρίσι, δουλεύοντας σχεδόν μόνο με κάρβουνο και λιθογραφία. Μόλις το 1878 το έργο του κέρδισε κάποια αναγνώριση με το Guardian Spirit of the Waters, ενώ το 1879 δημοσίευσε το πρώτο του λεύκωμα λιθογραφιών με τίτλο Dans le Rêve. Παρόλα αυτά, ο Redon παρέμεινε άγνωστος μέχρι την εμφάνιση, το 1884, ενός λατρευτικού μυθιστορήματος του Joris-Karl Huysmans με τίτλο À rebours (Ενάντια στη φύση). Η ιστορία παρουσίαζε έναν παρακμιακό αριστοκράτη που συνέλεγε τα σχέδια του Redon.

Τη δεκαετία του 1890 άρχισε να χρησιμοποιεί το παστέλ και το λάδι, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στα περισσότερα έργα του για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1899, εξέθεσε με τους Nabis στο Durand-Ruel's. Το 1903 του απονεμήθηκε η Λεγεώνα της Τιμής. Η δημοτικότητά του αυξήθηκε όταν εκδόθηκε ένας κατάλογος με χαρακτικά και λιθογραφίες από τον André Mellerio το 1913 και την ίδια χρονιά, του δόθηκε η μεγαλύτερη ενιαία εκπροσώπηση στο Armory Show της Νέας Υόρκης.

Το 2005 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης εγκαινίασε την έκθεση "Beyond The Visible", μια ολοκληρωμένη επισκόπηση του έργου του Redon, στην οποία παρουσιάζονται περισσότεροι από 100 πίνακες, σχέδια, χαρακτικά και βιβλία από τη συλλογή της οικογένειας Ian Woodner. Η έκθεση διήρκεσε από τις 30 Οκτωβρίου 2005 έως τις 23 Ιανουαρίου 2006.