Το Bocage [boh-kahzh] είναι μια νορμανδική λέξη που έχει περάσει τόσο στη γαλλική όσο και στην αγγλική γλώσσα. Μπορεί να αναφέρεται σε ένα μικρό δάσος ή σε μια διακόσμηση που περιλαμβάνει φύλλα. Τις περισσότερες φορές όμως αναφέρεται σε βοσκοτόπια που συνορεύουν με πυκνά δάση ή φράχτες. Τα δέντρα και οι φράχτες γύρω από τα βοσκοτόπια ή τα χωράφια είναι φυτεμένα μέσα σε χωμάτινα αναχώματα. Ανάμεσα στα φυτεμένα αναχώματα υπάρχουν βυθισμένες λωρίδες. Η λέξη bocage αποτελεί μέρος του ονόματος πολλών πόλεων σε τμήματα της Κάτω Νορμανδίας. Ο όρος Bocage Normandy αναφέρεται στην περιοχή γύρω από το Saint-Lô και το Vire.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μετά τη συμμαχική εισβολή στη Νορμανδία, οι σύμμαχοι βρέθηκαν στη "χώρα των φράχτων" (bocage). Ήταν ιδανική για τα γερμανικά στρατεύματα ώστε να κρύβονται και να μην γίνονται αντιληπτά μέχρι να είναι πολύ αργά. Οι θάμνοι ήταν αρκετά πυκνοί για να κρύβουν τανκς και πυροβόλα. Η τελική διάσπαση των Συμμάχων από το bocage στην ανοιχτή χώρα διήρκεσε πάνω από οκτώ εβδομάδες μάχης.