Η γονιμότητα, που προέρχεται από τη λέξη fecund, σημαίνει γενικά την ικανότητα αναπαραγωγής.

Στη βιολογία και τη δημογραφία, η γονιμότητα είναι η ικανότητα αναπαραγωγής ενός οργανισμού ή πληθυσμού, η οποία μετράται από τον αριθμό των γαμετών (αυγών), των σπόρων ή των αγενών πολλαπλασιαστών. Η γονιμότητα υπόκειται τόσο σε γενετικό όσο και σε περιβαλλοντικό έλεγχο και αποτελεί το κύριο μέτρο της βιολογικής καταλληλότητας. Η γονιμότητα είναι ένας άλλος όρος για τη γονιμοποίηση.

Η γονιμότητα μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί σε έναν πληθυσμό ανάλογα με τις τρέχουσες συνθήκες και ορισμένους ρυθμιστικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, σε περιόδους δυσκολιών για έναν πληθυσμό, όπως η έλλειψη τροφής, η γονιμότητα των νεαρών και τελικά των ενηλίκων μπορεί να μειωθεί.

Στη φιλοσοφία της επιστήμης, η "γονιμότητα" αναφέρεται στην ικανότητα μιας επιστημονικής θεωρίας να ανοίγει νέους δρόμους θεωρητικής έρευνας. Εδώ, η αρχική έννοια επεκτείνεται με αναλογία.