Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ανώτατο πολιτειακό δικαστήριο (γνωστό με άλλα ονόματα σε ορισμένες πολιτείες) είναι το ανώτατο δικαστήριο του δικαστικού συστήματος μιας συγκεκριμένης πολιτείας.

Γενικά, το ανώτατο πολιτειακό δικαστήριο, όπως και τα περισσότερα εφετεία, είναι αποκλειστικά για την εκδίκαση εφέσεων από κατώτερα δικαστήρια. Δεν προβαίνει σε καμία διαπίστωση γεγονότων και, ως εκ τούτου, δεν διεξάγει δίκες. Στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε κατάφωρο σφάλμα κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, το ανώτατο πολιτειακό δικαστήριο θα στείλει την υπόθεση πίσω στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για νέα δίκη. Αυτή η ευθύνη διόρθωσης των σφαλμάτων των κατώτερων δικαστηρίων είναι η προέλευση πολλών διαφορετικών ονομασιών για τα ανώτατα δικαστήρια στα διάφορα πολιτειακά δικαστικά συστήματα. Το δικαστήριο αποτελείται από μια ομάδα δικαστών που επιλέγονται με μεθόδους που περιγράφονται στο πολιτειακό σύνταγμα.

Πολλές πολιτείες εκλέγουν τους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου της πολιτείας τους ή/και χρησιμοποιούν εκλογές για τη διατήρηση των δικαστών. Από το 2000, το ποσό των χρημάτων που συγκέντρωσαν οι υποψήφιοι δικαστές έχει αυξηθεί πάρα πολύ. Ομάδες ειδικών συμφερόντων έχουν συνεισφέρει σε πολλές από αυτές τις εκστρατείες εγείροντας ερωτήματα σχετικά με την αμεροληψία. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, στην υπόθεση Caperton v. A.T. Massey Coal Co. (2009), με απόφαση 5-4, έκρινε ότι η συνεδρίαση ενός εκλεγμένου δικαστή του ανώτατου πολιτειακού δικαστηρίου σε υπόθεση που αφορούσε έναν χρηματοδότη προεκλογικής εκστρατείας αποτελούσε παραβίαση της δέουσας διαδικασίας.