Το ρήμα είναι ένα είδος λέξης (μέρος του λόγου) που αναφέρεται σε μια ενέργεια ή μια κατάσταση. Είναι το κύριο μέρος μιας πρότασης: κάθε πρόταση έχει ένα ρήμα. Στα αγγλικά, τα ρήματα είναι το μόνο είδος λέξης που αλλάζει για να δείξει τον παρελθοντικό ή τον ενεστώτα χρόνο.

Κάθε γλώσσα στον κόσμο έχει ρήματα, αλλά δεν χρησιμοποιούνται πάντα με τους ίδιους τρόπους. Μπορούν επίσης να έχουν διαφορετικές ιδιότητες σε διαφορετικές γλώσσες. Για παράδειγμα, σε ορισμένες άλλες γλώσσες π.χ. Κινέζικα & Ινδονησιακά) τα ρήματα δεν αλλάζουν για τον αόριστο και τον ενεστώτα. Αυτό σημαίνει ότι ο παραπάνω ορισμός λειτουργεί καλά μόνο για τα αγγλικά ρήματα.

Υπάρχουν δεκαέξι ρήματα που χρησιμοποιούνται στα Basic English. Αυτά είναι: be, do, have, come, go, see, seem, give, take, keep, make, put, send, say, let, get.