Το βάρος απόδειξης (λατινικά: onus probandi) είναι το επίπεδο απόδειξης που πρέπει να επιτύχει ο διάδικος που θέλει να αποδείξει ένα γεγονός πριν αυτό γίνει αποδεκτό από το δικαστήριο. Η λατινική ρήση είναι "semper necessitas probandi incumbit ei qui agit". Σημαίνει: "η αναγκαιότητα της απόδειξης βαραίνει πάντοτε εκείνον που εγείρει κατηγορίες".

Σε μια ποινική υπόθεση το βάρος της απόδειξης φέρει η πολιτική αγωγή. Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει την αθωότητά του. Το επίπεδο στο οποίο πρέπει να φθάσει η εισαγγελία είναι η απόδειξη της δικής της εκδοχής των γεγονότων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε μια αστική δίκη το βάρος της απόδειξης φέρει αυτός που φέρνει την υπόθεση στο δικαστήριο, που ονομάζεται ενάγων. Σε μια αστική δίκη το βάρος της απόδειξης φέρει ο ενάγων. Το πρότυπο που πρέπει να πληρείται είναι ότι η "υπεροχή των αποδεικτικών στοιχείων" (βάρος των αποδείξεων) είναι αρκετή για να αποδείξει την υπόθεσή του.