Το Armillaria gallica (συνώνυμο των A. bulbosa και A. lutea) είναι ένα είδος "μελιτώδους μανιταριού" της τάξης των Agaricales.

Το είδος είναι κοινό και οικολογικά σημαντικό: αποσυνθέτει το ξύλο. Μπορεί να ζήσει ως σαπρόφυτο ή ως ευκαιριακό παράσιτο σε αποδυναμωμένους ξενιστές δέντρων για να προκαλέσει σήψη ριζών ή πισινών. Βρίσκεται σε εύκρατες περιοχές της Ασίας, της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης. Το είδος σχηματίζει καρποφόρα σώματα μεμονωμένα ή σε ομάδες στο έδαφος ή σε σάπιο ξύλο. Ο μύκητας έχει εισαχθεί τυχαία στη Νότια Αφρική.

Ο Armillaria gallica είναι ένας σε μεγάλο βαθμό υπόγειος μύκητας και παράγει καρποφόρα σώματα που έχουν διάμετρο έως και περίπου 10 εκατοστά, είναι κίτρινα-καφέ και καλύπτονται από μικρά λέπια. Στην κάτω πλευρά των καπακιών υπάρχουν βράγχια που είναι λευκά έως κρεμώδη ή ανοιχτό πορτοκαλί.

Ο μύκητας αναπτύσσει ένα εκτεταμένο σύστημα υπόγειων δομών που μοιάζουν με ρίζες, τα λεγόμενα ριζόμορφα, τα οποία τον βοηθούν να αποσυνθέτει το νεκρό ξύλο σε εύκρατα πλατύφυλλα και μικτά δάση. Έχει αποτελέσει αντικείμενο σημαντικής επιστημονικής έρευνας. Η ικανότητά του να βιοφωτίζεται και η ικανότητά του να σχηματίζει μεγάλες και μακρόβιες αποικίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.