Η ελληνική πάλη ήταν ένα άθλημα μάχης που ασκούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες. Στόχος του παλαιστή ήταν να ρίξει τον αντίπαλό του στο έδαφος από όρθια θέση. Ένας πόντος (ή πτώση) καταλογιζόταν όταν η πλάτη ή οι ώμοι του παλαιστή άγγιζαν το έδαφος. Για να κερδηθεί ένας αγώνας χρειάζονταν τρεις πόντοι. Οι λαβές περιορίζονταν στο πάνω μέρος του σώματος. Σε αντίθεση με τη σύγχρονη πάλη, δεν υπήρχαν κατηγορίες βάρους ή χρονικά όρια. Ως αποτέλεσμα, το άθλημα κυριαρχούνταν από μεγαλόσωμους δυνατούς άνδρες και αγόρια που μπορούσαν να νικήσουν μικρότερους αλλά πιο επιδέξιους αντιπάλους.

Κάθε πόλη είχε χώρο για πάλη, που ονομαζόταν παλαίστρα. Ορισμένες μεγάλες πόλεις είχαν πολλές παλαίστρες. Οι παλαιστές προπονούνταν και αγωνίζονταν γυμνοί. Το άθλημα ήταν το πρώτο που προστέθηκε στους Αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες και δεν ήταν αγώνας δρόμου. Δύο αρχαίοι Έλληνες παλαιστές που μνημονεύονται σήμερα είναι ο Λεόντισκος της Μεσσήνης και ο Μίλωνας του Κρότωνα. Ο Λεόντισκος είναι διαβόητος για τη νίκη του στους Ολυμπιακούς Αγώνες αφού έσπασε τα δάχτυλα του αντιπάλου του, ενώ ο Μίλωνας είναι διάσημος για την κατάκτηση πέντε Ολυμπιακών πρωταθλημάτων. Η πάλη ήταν ένα δημοφιλές θέμα για την ελληνική γλυπτική, τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία.