Η ενσωμάτωση της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων (επίσης αποκαλούμενη εν συντομία ενσωμάτωση) είναι η διαδικασία με την οποία τα αμερικανικά δικαστήρια εφάρμοσαν τμήματα της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων των ΗΠΑ στις πολιτείες. Αυτό έχει γίνει μέσω της ρήτρας της Δέουσας Διαδικασίας της Δέκατης Τέταρτης Τροποποίησης. Πριν από το 1925, η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων θεωρούνταν ότι ίσχυε μόνο για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Σύμφωνα με το δόγμα της ενσωμάτωσης, οι περισσότερες διατάξεις της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων ισχύουν πλέον και για τις πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις.
Πριν από την επικύρωση της Δέκατης Τέταρτης Τροποποίησης και αυτό που έγινε το δόγμα της ενσωμάτωσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε το 1833 στην υπόθεση Barron κατά Baltimore ότι η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων εφαρμόζεται μόνο στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και όχι στις πολιτείες. Ακόμη και χρόνια μετά την επικύρωση της Δέκατης Τέταρτης Τροποποίησης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ηνωμένες Πολιτείες κατά Cruikshank (1876) εξακολουθούσε να θεωρεί ότι η Πρώτη και η Δεύτερη Τροποποίηση δεν ίσχυαν για τις πολιτειακές κυβερνήσεις. Ωστόσο, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1920, μια σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου ερμήνευσε τη Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση ώστε να "ενσωματώνει" τα περισσότερα τμήματα της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων, καθιστώντας τα τμήματα αυτά, για πρώτη φορά, εκτελεστά έναντι των πολιτειακών κυβερνήσεων. Η διαδικασία αυτή έχει ονομαστεί επιλεκτική ενσωμάτωση.