Η πολιτική της Γερμανίας βασίζεται σε ένα ομοσπονδιακό κοινοβουλευτικό δημοκρατικό πολίτευμα. Η κυβέρνηση εκλέγεται από το λαό σε εκλογές όπου όλοι έχουν ίση ψήφο. Το σύνταγμα ονομάζεται Grundgesetz. Εκτός από τα δικαιώματα του λαού, περιγράφει τα καθήκοντα του Προέδρου, του Υπουργικού Συμβουλίου, της Μπούντεσταγκ, του Bundesrat και των δικαστηρίων.

Ο Πρόεδρος είναι ο αρχηγός του κράτους. Ο ομοσπονδιακός καγκελάριος είναι ο επικεφαλής της κυβέρνησης και της ομάδας πλειοψηφίας στο νομοθετικό σώμα που ονομάζεται Bundestag. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από την κυβέρνηση. Η εξουσία θέσπισης ομοσπονδιακού νόμου ανατίθεται στην κυβέρνηση και στα δύο μέρη του κοινοβουλίου, την Μπούντεσταγκ και το Μπούντεσρατ. Οι υπουργοί της κυβέρνησης είναι μέλη του κοινοβουλίου και χρειάζονται την κοινοβουλευτική υποστήριξη για να παραμείνουν στην εξουσία.

Από το 1949 έως το 1990, τα κυριότερα πολιτικά κόμματα ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) και η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), με το "αδελφό κόμμα" της, τη Χριστιανοκοινωνική Ένωση της Βαυαρίας (CSU). Μετά την επανένωση της Γερμανίας το Κόμμα των Πρασίνων και η Συμμαχία '90 (Bündnis 90/Die Grünen) απέκτησε μεγαλύτερη σημασία και ήταν στην κυβέρνηση μεταξύ 1999 και 2005. Άλλα σημαντικά πολιτικά κόμματα μετά την επανένωση ήταν το PDS (Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού) το οποίο βασίστηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Ενότητας της Ανατολικής Γερμανίας. Ενώθηκε με το Κόμμα της Αριστεράς (Die Linkspartei) της δυτικής Γερμανίας. Το 2007 το Die Linke και το WASG ενώθηκαν υπό την ηγεσία του Oskar Lafontaine

Καθώς η Γερμανία είναι ομοσπονδιακή χώρα, μεγάλο μέρος του κυβερνητικού έργου επιτελείται από τα 16 ομόσπονδα κρατίδια (Länder). Η εξουσία κατανέμεται μεταξύ της εθνικής (ή ομοσπονδιακής) κυβέρνησης και των κυβερνήσεων των κρατιδίων. Η εθνική κυβέρνηση δεν μπορεί να καταργήσει τις κυβερνήσεις των κρατιδίων.