Η βιομάζα είναι ένας βασικός όρος στην οικολογία και στη βιομηχανία παραγωγής ενέργειας. Οργανικά απόβλητα, όπως νεκρό φυτικό και ζωικό υλικό, κοπριά ζώων και απορρίμματα κουζίνας, μπορούν να μετατραπούν σε αέριο καύσιμο που ονομάζεται βιοαέριο. Τα οργανικά απόβλητα αποσυντίθενται από βακτήρια σε χωνευτήρες βιοαερίου και εκπέμπουν βιοαέριο, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα μείγμα μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα.

Στην οικολογία, βιομάζα σημαίνει τη συσσώρευση ζωντανής ύλης. Είναι το σύνολο της ζωντανής ύλης σε μια δεδομένη περιοχή ή σε μια βιολογική κοινότητα ή ομάδα. Η βιομάζα μετράται με βάση το βάρος ή το ξηρό βάρος ανά δεδομένη επιφάνεια (ανά τετραγωνικό μέτρο ή τετραγωνικό χιλιόμετρο). Στην ενεργειακή βιομηχανία, αναφέρεται σε βιολογικό υλικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο ή για βιομηχανική παραγωγή. Η βιομάζα περιλαμβάνει τη φυτική ύλη που καλλιεργείται για χρήση ως βιοκαύσιμο, καθώς και τη φυτική ή ζωική ύλη που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ινών, χημικών ουσιών ή θερμότητας. Η βιομάζα μπορεί επίσης να περιλαμβάνει βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα που μπορούν να καούν ως καύσιμο. Εξαιρείται η οργανική ύλη που έχει μετατραπεί με γεωλογικές διεργασίες σε ουσίες όπως ο άνθρακας ή το πετρέλαιο. Συνήθως μετράται με βάση το ξηρό βάρος.